1.1 Ανοιχτή και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση – Σύντομη Ιστορική Αναδρομή (Εισαγωγή)


Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση αποτελεί μια καινοτομία για τους περισσότερους εκπαιδευτικούς σήμερα. Ωστόσο, οι ορισμοί που καθορίζουν τα βασικά στοιχεία της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης χρονολογούνται πάνω από ένα αιώνα. Βέβαια, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση έχει αναπτυχθεί και υποστεί αλλαγές πρόσφατα, αλλά οι μακροχρόνιες παραδοσιακές αντιλήψεις στον τομέα αυτό συνεχίζουν να διαγράφουν την πορεία της στο μέλλον.

Αυτή η ενότητα προσφέρει μια συνοπτική αναδρομή στην ιστορία της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η οποία διακρίνεται σε τρείς ιστορικές φάσεις:

Α.  την εκπαίδευση δι’ αλληλογραφίας,

Β. την επικοινωνία με ηλεκτρονικά μέσα και

Γ.  τα Ανοιχτά Πανεπιστήμια.

 

 

A. Εκπαίδευση δ’ αλληλογραφίας

Οι ρίζες της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης χρονολογούνται τουλάχιστον 160 ετών.

Μια διαφήμιση σε μια σουηδική εφημερίδα το 1833 διαλαλούσε τη δυνατότητα για εκπαίδευση ” Συγγραφή μέσω του ταχυδρομείου.”

Το 1840, ο νέο-ιδρυθής τότε θεσμός στην Αγγλία του ταχυδρομείου με πολύ μικρό ποσό εξόδων αποστολής έδωσε τη δυνατότητα στον Isaac Pitman να προσφέρει μαθήματα στενογραφίας μέσω της αλληλογραφίας. Τρία χρόνια αργότερα, η εκπαίδευση τυποποιήθηκε με την ίδρυση της Κοινωνίας Φωνογραφικής Αλληλογραφίας, πρόδρομος των Κολεγίων Αλληλογραφίας του Sir Isaac Pitman.

Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση, με τη μορφή της εκπαίδευσης δι’ αλληλογραφίας, καθιερώθηκε στη Γερμανία από τον Charles Toussaint και τον Gustav Langenscheidt, που δίδαξαν τη γλώσσα στο Βερολίνο.

Η εκπαίδευση δι’ αλληλογραφίας διέσχισε τον Ατλαντικό το 1873 όταν η Anna Eliot Ticknor ίδρυσε στη Βοστόνη ένα οργανισμό βασισμένο στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση για να ενθαρρύνει την κατ’ οίκον εκπαίδευση. Ο Οργανισμός για Ενθάρρυνση της Κατ’ οίκον Εκπαίδευσης προσέλκυσε περισσότερους από 10, 000 σπουδαστές σε 24 έτη. Οι σπουδαστές του κλασσικού προγράμματος σπουδών (κυρίως γυναίκες) αλληλογραφούσαν μηνιαία με τους διδάσκοντες, οι οποίοι τους έδιναν καθοδηγητικές γραμμές σχετικά με τη μελέτη και συχνά τους υπόβαλλαν σε εξετάσεις. Από 1883 έως 1891, οι ακαδημαϊκοί βαθμοί εγκρίνονταν από την πολιτεία της Νέας Υόρκης μέσω του κολεγίου Chautauqua of Liberal Arts σε όσους σπουδαστές ολοκλήρωναν τη θητεία τους στα απαιτούμενα θερινά ιδρύματα και στις σειρές μαθημάτων αλληλογραφίας. Ο William Rainey Harper, καθηγητής του Yale που διεύθυνε το πρόγραμμα, ήταν ενθουσιασμένος για την προσφορά του στην εκπαίδευση δ’ αλληλογραφίας, και βέβαιος για τη μελλοντική βιωσιμότητα της νέας αυτής εκπαιδευτικής μορφής: Ο σπουδαστής που έχει προετοιμάσει ένα ορισμένο αριθμό μαθημάτων στο σχολείο αλληλογραφίας γνωρίζει περισσότερα για το θέμα που εξετάζεται σε εκείνα τα μαθήματα, και το ξέρει καλύτερα, από το σπουδαστή που έχει καλύψει το ίδιο αντικείμενο στην τάξη.

Το 1891, ο Thomas J. Foster, συντάκτης της Mining Herald, μια καθημερινή εφημερίδα στην ανατολική Πενσυλβανία, άρχισε μια σειρά μαθημάτων αλληλογραφίας για τα μεταλλεία και για την πρόληψη των ατυχημάτων στα ορυχεία. Η δραστηριότητά του αναπτύχθηκε μέσα από τα Διεθνή Σχολεία Αλληλογραφίας, ένα εμπορικό σχολείο του οποίου οι εγγραφές εκτινάχθηκαν τις πρώτες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα, από 225.000 το 1900 σε περισσότερες από 2 εκατομμύρια το 1920.

Το 1886, η H. S. Hermod, στη Σουηδία, άρχισε να διδάσκει αγγλικά μέσα από την αλληλογραφία. Το 1898, ίδρυσε το Hermod’s, το οποίο θα γινόταν ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα ιδρύματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η εκπαίδευση δι’ αλληλογραφίας συνέχισε να αναπτύσσεται στη Μεγάλη Βρετανία με την ίδρυση διάφορων ιδρυμάτων αλληλογραφίας, όπως το Skerry’s College στο Εδιμβούργο το 1878 και το University Correspondence College στο Λονδίνο το 1887.

Συγχρόνως, το κίνημα πανεπιστημιακής ανάπτυξης στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αγγλία προώθησε τη μέθοδο της αλληλογραφίας. Μεταξύ των πρωτοπόρων στον τομέα αυτό ήταν το Illinois Wesleyan το 1877 και το University Extension Department του Πανεπιστημίου του Σικάγου το 1892.

 

Το Illinois Wesleyan πρόσφερε πτυχιακά, μεταπτυχιακά, και διδακτορικά διπλώματα ως μέρος ενός προγράμματος που διαμορφώθηκε βασισμένο στο μοντέλο της Οξφόρδη, του Κέιμπριτζ, και του Λονδίνου. Μεταξύ 1881 και 1890, 750 σπουδαστές ήταν εγγραμμένοι και το 1900 σχεδόν 500 σπουδαστές ήταν επί πτυχίου. Εντούτοις, ανησυχίες για την ποιότητα του προγράμματος οδήγησαν στη δημιουργία μιας συμφωνίας για τον τερματισμό του μέχρι το 1906.

Η εκπαίδευση δι’ αλληλογραφίας υπήρξε στην ολοκληρωμένη της μορφή στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Το πανεπιστήμιο ιδρύθηκε το 1890, δημιούργησε μια πανεπιστημιακή επέκταση ως ένα από πέντε τμήματά του, το πρώτο ως τέτοιο τμήμα σε ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο. Το τμήμα επέκτασης διαιρέθηκε σε πέντε τμήματα: εκπαίδευση μέσω διάλεξης, εκπαίδευση στην τάξη, εκπαίδευση δι’ αλληλογραφίας, βιβλιοθήκη, και κατάρτιση.

Το τμήμα εκπαίδευσης δι’ αλληλογραφίας του πανεπιστημίου του Σικάγου ήταν επιτυχές, τουλάχιστον όσον αφορά τους αριθμούς. Κάθε έτος, 125 εκπαιδευτικοί δίδασκαν 3.000 σπουδαστές που ήταν εγγραμμένοι σε 350 σειρές μαθημάτων. Εντούτοις, ο ενθουσιασμός μέσα στο πανεπιστήμιο για το πρόγραμμα εξασθένισε, κυρίως για οικονομικούς λόγους.

 

Στο πανεπιστήμιο του Wisconsin, η ανάπτυξη της “ταχείας μάθησης” και των ιδρυμάτων των αγροτών το 1885 δημιούργησε τα θεμέλια για την πανεπιστημιακή επέκταση. Έξι έτη αργότερα, το πανεπιστήμιο ανήγγειλε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης δι’ αλληλογραφίας που τροχοδρομήθηκε από το διαπρεπή ιστ ορικό, Frederick Jackson Turner Frederick.

Ωστόσο, όπως και στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, το ενδιαφέρον του σώματος των καθηγητών εξασθένισε. Επιπλέον, η ανταπόκριση του κοινού ήταν ελάχιστη, και το πρόγραμμα εκπαίδευσης δι’ αλληλογραφίας διακόπηκε το 1899. Η εκπαίδευσης δι’ αλληλογραφίας θα πρέπει να περιμένει άλλα 7 έτη για να ανακάμψει κάτω από ένα νέο, ισχυρότερο, τμήμα εκπαίδευσης δι’ αλληλογραφίας μέσα στα τμήματα επέκτασης των πανεπιστημίων.

 

Το Moody Bible Institute, ιδρύθηκε το 1886, διαμόρφωσε ένα τμήμα εκπαίδευσης δι’ αλληλογραφίας το 1901 που λειτουργεί μέχρι σήμερα με πάνω από 1 εκατομμύριο σπουδαστές από όλο τον κόσμο. Η εκπαίδευση δι’ αλληλογραφίας/ εξ αποστάσεως εκπαίδευση έχει ασκήσει σημαντική επίδραση στη θρησκευτική εκπαίδευση που υπογραμμίζει το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ένας σπουδαστής ζει.

Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση άρχισε να εμπλουτίζει το πρόγραμμα σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη δεκαετία του ’20. Το 1923, σπουδαστές στο Μπέντον Χάρμπουρ, στο Μίτσιγκαν, είχαν τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής μαθημάτων και 6 έτη αργότερα, το πανεπιστήμιο της Νεμπράσκας άρχισε πειραματικά μαθήματα μέσω αλληλογραφίας στα γυμνάσια.

Στη Γαλλία, το Υπουργείο Παιδείας συγκρότησε ένα κολέγιο κυβερνητικής αλληλογραφίας σε απάντηση στον επικείμενο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αν και το Centre National d’ Enseignement par Correspondences είχε ιδρυθεί για την εκπαίδευση των παιδιών, έχει γίνει από τότε ένα τεράστιο ίδρυμα διδασκαλίας εξ αποστάσεως για την εκπαίδευση ενηλίκων. Οι ομάδες ατόμων στις οποίες απευθυνόταν αρχικά ήταν ενήλικοι με επαγγελματικές, κοινωνικές, και οικογενειακές υποχρεώσεις. Αυτή παραμένει η πρωταρχική ομάδα-στόχος και σήμερα.

 

Β. Επικοινωνία με την υποστήριξη των ηλεκτρονικών μέσων

Η Ευρώπη γνώρισε μια σταθερή ανάπτυξη στον τομέα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, χωρίς ριζικές αλλαγές στη δομή της, αλλά με τη βαθμιαία χρησιμοποίηση περιπλοκότερων μεθόδων και μέσων διδασκαλίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι εξελίξεις στον τομέα των νέων τεχνολογιών στην επικοινωνία συνετέλεσαν στο να καθοριστεί το κυρίαρχο μέσο διδασκαλίας της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

-Ραδιόφωνο: Στη δεκαετία του ’20, τουλάχιστον 176 ραδιοσταθμοί κατασκευάστηκαν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, αν και τα περισσότερα δεν βρίσκονταν υπό λειτουργία στα τέλη της δεκαετίας. Οι ενεργοί σταθμοί ήταν συνήθως στα κολέγια τα οποία επιχορηγούνταν από το κράτος.

-Τηλεόραση: Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, τα προγράμματα της πειραματικής εκπαιδευτικής τηλεόρασης εκπέμπονταν από το πανεπιστήμιο του Iowa, του Purdue, και του κρατικού κολεγίου του Κάνσας. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο στη δεκαετία του ’50 που τα ιδρύματα πρόσφεραν αναγνωρισμένα προγράμματα εκπαίδευσης μέσω τηλεοπτικής μετάδοσης: Το Western Reserve University ήταν το πρώτο που πρόσφερε μια συνεχή σειρά τέτοιων προγραμμάτων, ξεκινώντας το 1951. Το Sunrise Semester, ήταν μια ευρέως γνωστή σειρά κολεγιακών μαθημάτων που προσφέρθηκαν από το πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης από το 1957 ως το 1982.

-Η δορυφορική τεχνολογία, που αναπτύχθηκε στη δεκαετία του ’60 και που έγινε οικονομικώς αποδοτική στη δεκαετία του ’80, επέτρεψε τη γρήγορη διάδοση της εκπαιδευτικής τηλεόρασης. Τα ομοσπονδιακά χρηματοδοτημένα πειράματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, όπως το Appalachian Education Satellite Project (1974-1975), κατέδειξαν τη δυνατότητα παροχής εκπαίδευσης μέσω δορυφόρου. Ωστόσο, αυτά τα πρώτα πειράματα επικρίθηκαν πολύ για τον κακό σχεδιασμό τους.

Οι πιο πρόσφατες προσπάθειες για παροχή εξ αποστάσεως εκπαίδευσης μέσω δορυφόρου είχαν μεγαλύτερη επιτυχία. Το πρώτο κρατικό εκπαιδευτικό δορυφορικό σύστημα, Learn/Alaska , δημιουργήθηκε το 1980. Πρόσφερε 6 ώρες εκπαιδευτικής τηλεόρασης καθημερινά σε 100 χωριά, μερικά από αυτά ήταν προσιτά μόνο αεροπορικώς. Το ιδιωτικά διευθυνόμενο TI-IN Network, του San Antonio και Texas, πρόσφερε μια ευρεία ποικιλία σειρών μαθημάτων μέσω του δορυφόρου στα γυμνάσια στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1985.

-Οπτικές ίνες: Προς το τέλος της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η ανάπτυξη των συστημάτων επικοινωνίας με οπτικές ίνες επέτρεψε την επέκταση των ζωντανών, αμφίδρομων, υψηλής ποιότητας ακουστικών και τηλεοπτικών συστημάτων στην εκπαίδευση. Παρ’ όλον ότι το αρχικό κόστος των οπτικών ινών συστημάτων μπορεί να ήταν υψηλό, η μακροπρόθεσμη αποταμίευση και τα τεχνολογικά οφέλη αντισταθμίζουν τις αρχικές δαπάνες. Πολλοί θεωρούν τώρα τα συστήματα επικοινωνίας με οπτικές ίνες ως τη λιγότερη ακριβή επιλογή για υψηλή ποιότητα, αμφίδρομη ακουστική και οπτική επικοινωνία που απαιτείται για τη ζωντανή, αμφίδρομη επικοινωνία στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Το Iowa έχει το μεγαλύτερο εθνικό σύστημα με οπτικές ίνες.

Αυτήν την περίοδο το Iowa Communications Networ (ICN) παρέχει πλήρη δραστηριότητα, αμφίδρομη οπτική επικοινωνία, δεδομένα (Διαδίκτυο), και γραμμές φωνητικής συγκοινωνίας σε πάνω από 600 τάξεις του Iowa. Στο εγγύς μέλλον, κάθε περιοχή με σχολείο, αντιπροσωπείες τοπικής εκπαίδευσης και οι δημόσιες βιβλιοθήκες στο Iowa θα έχουν αίθουσες συνδεδεμένες με το σύστημα οπτικών ινών του ICN. Το ICN χρησιμεύει επίσης ως η σπονδυλική στήλη για τις τηλεπικοινωνίες μέσω υπολογιστή, και για τα ασύγχρονα, διαδικτυακά προγράμματα τα οποία προσφέρονται στους σπουδαστές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Πάνω από 100, 000 ώρες, οι οποίες πρόσφεραν ευκαιρίες μάθησης αντίστοιχες με της συμβατικής εκπαίδευσης, προσφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων 18 μηνών της διαδικτυακής επικοινωνίας. Πρόσφατα, 100,000 ώρες προσφέρονταν κάθε μήνα.

-Διαδίκτυο: Οι ευκαιρίες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης αυξάνονται γρήγορα μέσω της χρήσης του διαδικτύου (Ackcrmann, 1995).

Αναγνωρισμένες και μη αναγνωρισμένες σειρές μαθημάτων έχουν προσφερθεί μέσα από το Διαδίκτυο από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ένας διδάσκοντας οργανώνει τα θέματα, τις πηγές, και τις αναθέσεις εργασιών. Οι σπουδαστές διαβάζουν το υλικό, ολοκληρώνουν τις εργασίες, και συμμετέχουν στις ζωντανές συζητήσεις με τους άλλους συμμαθητές τους.

– Web- Ψηφιακό εκπαιδευτικό Υλικό: Επιπλέον, τα δίκτυα υπολογιστών είναι ένας βολικός τρόπος να διανέμεται η ύλη των μαθημάτων στους σπουδαστές σε όλο τον κόσμο. Πολλά μέλη των συλλόγων καθηγητών χρησιμοποιούν τώρα το κατάλληλο μέσο αλληλεπίδρασης του Διαδικτύου (World Wide Web) για να καταστήσουν την ύλη των σειρών των μαθημάτων διαθέσιμη στους σπουδαστές τους.

-Τεχνολογίες Σύγχρονης Μετάδοσης :Τηλεδιάσκεψη: Η εμφάνιση των δυνατοτήτων τηλεδιάσκεψης μέσω υπολογιστή έχει επηρεάσει τον παραδοσιακό τρόπο προσέγγισης στο σχεδιασμό της διδασκαλίας στην εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

Η τηλεδιάσκεψη αυξάνει τις δυνατότητες για αλληλεπίδραση και τη συνεργατική εργασία μεταξύ των σπουδαστών. Αυτός ο τύπος συνεργασίας μεταξύ των σπουδαστών ήταν δύσκολος με τις προηγούμενες μορφές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

Το βρετανικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, το Fern Universitat της Γερμανίας, και το πανεπιστήμιο του Twente της Ολλανδίας είναι μερικά από τα πρώτα ιδρύματα που πρόσφεραν τη δυνατότητα για εκπαιδευτικές ζωντανές συνδέσεις στην Ευρώπη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το American Open University, το Nova Southeastern University και το University of Phoenix υπήρξαν οι πρωτοπόροι στον τομέα της παραδοσιακής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Μαζί με πολλά άλλα πανεπιστήμια, προσφέρουν τώρα εκατοντάδες σειρές μαθημάτων σε ζωντανή σύνδεση.

 

 

Γ. Ίδρυση Ανοιχτών Πανεπιστημίων

Η ίδρυση των Ανοιχτών Πανεπιστημίων αποτέλεσε ένα σημαντικό σταθμό για την ΕξΑΕ σε διεθνές επίπεδο:

-Το Εξωτερικό Σύστημα Μελέτης του Πανεπιστημίου του Λονδίνου αποτελεί το πρώτο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Ιδρύεται το 1826 ως «μια κοσμική, ανατρεπτική απάντηση στα «αρχαία» πανεπιστήμια» & το 1836 λαμβάνει την έγκριση από το κράτος για την ανάπτυξη μιας σειράς λειτουργιών Alan Tait (2008):

-Η απόφαση του 1962 ότι το πανεπιστήμιο της Νότιας Αφρικής θα γινόταν ένα πανεπιστήμιο εξ αποστάσεως διδασκαλίας επέφερε μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η εξ αποστάσεως εκπαίδευση πραγματοποιόταν σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου.

-Ένα άλλο ορόσημο ήταν η ίδρυση, το 1971, του ανοικτού πανεπιστημίου του Ηνωμένου Βασιλείου, ένα πανεπιστήμιο εξ αποστάσεως εκπαίδευσης που δίνει πτυχία, προσφέροντας πλήρη πτυχιακά προγράμματα, υψηλού επιπέδου σειρές μαθημάτων και την πρωτοποριακή χρήση μέσων (Holmberg, 1986).

Το ανοικτό πανεπιστήμιο έδωσε περισσότερο κύρος στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση και πρόσφερε τα κίνητρα για την καθιέρωση παρόμοιων ιδρυμάτων στα βιομηχανικά έθνη, όπως τη Δυτική Γερμανία, Ιαπωνία, και Καναδά, καθώς επίσης και σε έθνη με μικρότερο βαθμό ανάπτυξης όπως τη Σρι Λάνκα και το Πακιστάν.

Αν και τα πανεπιστήμια εξ αποστάσεως εκπαίδευσης παρουσίαζαν πολυάριθμες ομοιότητες, δεν ήταν πανομοιότυπα όσον αφορά την αποστολή ή τον τρόπο λειτουργίας τους.

Δύο από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα, το Open University του Ηνωμένου Βασιλείου και το German Fern Universitat, διαφέρουν ευρέως.

– Οι βρετανικές σχολές πρόνοιας απασχολούσαν με μερική απασχόληση σπουδαστές άνω του κανονικού ηλικιακού ορίου φοίτησης , και τους επιτρέπουν για να εγγραφούν χωρίς τα επίσημα προσόντα εισαγωγής. Μέχρι το 1984, περίπου 69.000 σπουδαστές του είχαν κατορθώσει να πάρουν πτυχίο Καλών Τεχνών.

-Το German Fern Universitat, που ιδρύθηκε το 1975, προσφέρει ένα αυστηρότερο πρόγραμμα σε σχέση με το βρετανικό αντίστοιχό του. Παρά τις αυστηρές απαιτήσεις για επίσημη εισαγωγή, είχε 28.000 σπουδαστές το 1985. Ωστόσο, το ποσοστό εγκατάλειψης είναι πολύ υψηλό, και στην πρώτη δεκαετία του, μόνο 500 σπουδαστές ολοκλήρωσαν τα πλήρη προγράμματα σπουδών για έναν πανεπιστημιακό τίτλο.