1η Κατηγορία: Θεωρία Ανεξαρτησίας και αυτονομίας, με κυριότερους εκπροσώπους τον Charles Wedemeyer και τον Michael Moore

Ο Charles Wedemeyer γεννήθηκε το 1911 στην πολιτεία του  Wisconsin των Η.Π.Α. Ο Wedemeyer δίνει έμφαση στην αυτονομία / ανεξαρτησία του σπουδαστή  εισάγοντας τον όρο ανεξάρτητες σπουδές (Independent Studies) (Wedemeyer, 1977).

Ο Wedemeyer, 1981 πρότεινε έξι χαρακτηριστικά των συστημάτων ανεξάρτητων σπουδών συνδένοντας τις έννοιες της αυτo-κατευθυνόμενης και αυτo-ρυθμιζόμενης μάθησης:

 

Ο Moore (1977) θεωρεί ότι η αυτονομία αποτελεί συστατικό στοιχείο της  ΕξΑΕ και υποστηρίζει ότι ο βαθμός αυτονομίας των εκπαιδευομένων είναι ανάλογος της  αυστηρότητας δόμησης ενός  προγράμματος ΕξΑΕ. Υποστηρίζει ότι οι διδακτικές συμπεριφορές εκτελούνται ανεξάρτητα από τις μαθησιακές συμπεριφορές, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων που θα εφαρμόζονταν σε συνθήκες συνύπαρξης διδάσκοντος και διδασκομένων στον ίδιο χώρο, έτσι ώστε η επικοινωνία ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και τον εκπαιδευόμενο να πρέπει να διεκπεραιωθεί μέσω έντυπου υλικού, μηχανικών, ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων.

 

Ο Moore διακρίνει  τα προγράμματα ΕξΑΕ σε αυτόνομα (με επίκεντρο τον διδασκόμενο)  και σε μη αυτόνομα (με επίκεντρο τον διδάσκοντα) με βάση τα εξής κριτήρια:

Ο  Moore (1993, 2007) είναι ο θεμελιωτής της Θεωρίας της συναλλαγής από απόσταση (Transactional Distance Theory ) υποστηρίζοντας  ότι η απόσταση δεν είναι γεωγραφική έννοια αλλά εμπεριέχει σημαντικές παιδαγωγικές διαστάσεις.

Για τον Moore, η απόσταση αποτελείται από δύο στοιχεία, κάθε ένα από τα οποία μπορεί να μετρηθεί. Το πρώτο είναι η παροχή της αμφίδρομης επικοινωνίας (διάλογος). Μερικά συστήματα ή προγράμματα προσφέρουν  μεγαλύτερες ευκαιρίες αμφίδρομης επικοινωνίας από άλλα. Το δεύτερο είναι ο βαθμός στον οποίο ένα πρόγραμμα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του σπουδαστή ως ξεχωριστό άτομο (δομή). Μερικά προγράμματα είναι πολύ ανελαστικά, ενώ άλλα ανταποκρίνονται αρκετά στις ανάγκες και τους στόχους κάθε σπουδαστή ξεχωριστά.

Σύμφωνα με την προσέγγιση του, το ενδιαφέρον εστιάζεται στις  σχέσεις που αναπτύσσονται   στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού προγράμματος, με την έννοια ότι αν πετύχουμε σημαντικό αριθμό εκπαιδευτικών σχέσεων αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της απόστασης. (Moore & Kearsley, 1996).